πολιορκία


πολιορκία
осада

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "πολιορκία" в других словарях:

  • πολιορκία — πολιορκίᾱ , πολιορκία siege of a city fem nom/voc/acc dual πολιορκίᾱ , πολιορκία siege of a city fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκίᾳ — πολιορκίαι , πολιορκία siege of a city fem nom/voc pl πολιορκίᾱͅ , πολιορκία siege of a city fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκία — Σύνολο των επιχειρήσεων που γίνονται γύρω από μια οχυρή θέση, με σκοπό την άμεση κατάληψή της ή τον εξαναγκασμό της σε παράδοση. Μια π. απαιτεί τη χρήση όπλων, κατάλληλου υλικού και προπαρασκευές, εκτός από τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για …   Dictionary of Greek

  • πολιορκία — [полиоркиа] ουσ. Θ. осада …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πολιορκία — η αποκλεισμός πόλης ή φρουρίου με σκοπό την κατάληψή του: Η χώρα κηρύχτηκε σε κατάσταση πολιορκίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μάλτας πολιορκία — Ποίημα του Αντώνιου Aχέλη, έργο του 16ου αι. Βλ. λ. Αχέλης, Αντώνιος …   Dictionary of Greek

  • πολιορκίας — πολιορκίᾱς , πολιορκία siege of a city fem acc pl πολιορκίᾱς , πολιορκία siege of a city fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκίαι — πολιορκία siege of a city fem nom/voc pl πολιορκίᾱͅ , πολιορκία siege of a city fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκίαν — πολιορκίᾱν , πολιορκία siege of a city fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ОСАДА —    • Πολιορκία.          Живописное описание О. города в героическое время дает нам «Илиада». Осаждающие располагались лагерем перед городом, осажденные выходили утром за стены и сражались в поединках с переменным счастьем, а вечером снова… …   Реальный словарь классических древностей

  • πολιορκιῶν — πολιορκία siege of a city fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)